πραγματιστής

πραγματιστής
ο
1) филос, прагматист; 2) реалист

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "πραγματιστής" в других словарях:

  • πραγματιστής — ο, θηλ. πραγματίστρια, Ν οπαδός τού πραγματισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pragmatist (< πραγματικός + ιστής*). Η λ., στον λόγιο τ. τού πληθ. πραγματισταί, μαρτυρείται από το 1849 στον Φιλ. Ιωάννου] …   Dictionary of Greek

  • πραγματιστής ο — οπαδός του πραγματισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Andreas Papandreou — Infobox Prime Minister name =Andreas Georgiou Papandreou el. Ανδρέας Γεωργίου Παπανδρέου caption = order =3rd and 8th Prime Minister of the Third Hellenic Republic term start =October 21, 1981 term end =July 2, 1989 October 13, 1993ndash January… …   Wikipedia

  • Μουσολίνι, Μπενίτο — (Benitto Mussolini, Ντόβια ντι Πρεντάπιο, Ρομάνια 1883 – Τζουλιάνο ντι Μετσέγκρα, Κόμο 1945). Ιταλός πολιτικός. Από φτωχή αγροτική οικογένεια της Ρομάνιας, ο Μ. έζησε πολύ φτωχικά στα παιδικά του χρόνια. Ο πατέρας του, σιδηρουργός του χωριού,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»